«Φαντάσου να έχεις γεννηθεί σε μία φτωχή οικογένεια, σε μία φτωχή πόλη της ελληνικής επαρχίας. Ο πατέρας σου να είναι ένας αγρότης που δεν έχει ταξιδέψει παρά μόνο για να πάει στρατό και η μητέρα σου να είναι μία άβουλη γυναίκα που τρώει ξύλο κάθε φορά που ο άνδρας της γυρίζει σπίτι μεθυσμένος ή έχει τα νεύρα του». Η Έλσα ανοίγει ένα μικρό ντουλάπι και βγάζει ένα μπουκάλι ρούμι. Γεμίζει αργά δύο ποτήρια – το ένα με πάγο, το άλλο χωρίς. «Το προτιμώ λευκό, ελπίζω να σου αρέσει. Αν σε περίμενα, θα είχα φροντίσει να έχω κάτι παραπάνω στο σπίτι», λέει και ακουμπά απαλά τα δύο ποτήρια στο μικρό τραπεζάκι που βρίσκεται στο κέντρο του μοναδικού δωματίου της γκαρσονιέρας.

Νεοϋορκέζικο μωσαϊκό σε ρυθμούς ράγκταϊμ

Η Έλσα είναι τρανς γυναίκα. Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μία συντηρητική οικογένεια της Βέροιας. Δεν ήταν ούτε 20 ετών όταν οι γονείς της την έδιωξαν από το σπίτι, διότι δεν ήθελαν να αποδεχτούν τη νέα ζωή της. «Αισθανόμουν γυναίκα, ήμουν γυναίκα. Ένιωθα ασφυξία στο ανδρικό σώμα μου και ήμουν αποφασισμένη να αλλάξω τα πάντα για να γίνω ευτυχισμένη. Η απόφαση να βάλω την ψυχή μου στο πραγματικό μου σώμα ήταν ο μονόδρομος της προσωπικής μου εξιλέωσης». Της λέω ότι μιλάει με λέξεις που σπάνια χρησιμοποιεί κάποιος στο καθημερινό του λεξιλόγιο. «Διαβάζω αρκετά όταν δεν δουλεύω. Μου αρέσει πολύ η λογοτεχνία, φτιάχνει ιστορίες που ομορφαίνουν τη δική μας», λέει χαμογελώντας και ανοίγει το μικρό συρτάρι του κομοδίνου, απ’ όπου βγάζει «βαριά» κλασικά της ρωσικής γραμματείας. «Τον τελευταίο καιρό, την έχω βρει με τον Τσέχωφ. Έχεις διαβάσει τον Θείο Βάνια;».

Η Έλσα είναι μία από τις πολλές γυναίκες που εργάζεται στη Συγγρού, τη λεωφόρο που αποφάσισα να περπατήσω μερικά Σαββατόβραδα. Θέλησα να την «καταλάβω», να δω την καθημερινότητα και τους ήρωές της, που θυμίζουν νεοϋορκέζικο μωσαϊκό ανθρωπογεωγραφίας κινούμενο σε ρυθμούς που θυμίζουν τα τζαζ λογοτεχνικά υποκείμενα του Ε.Λ. Ντοκτόροου.

Κάθε φορά ξεκινούσα από την κεφαλή της λεωφόρου, στη συμβολή με την Αθανασίου Διάκου, και ξεκίνησα να την κατεβαίνω. «Ψηλά» ο δρόμος είναι πιο soft. Εκεί βρίσκεις χαλαρά μπαράκια και κλαμπ με show, που κινούνται μεταξύ κιτς και ημίγυμνου. Ελληνάδικα με τεράστιες αφίσες όπου βλέπεις ονόματα και πρόσωπα μάλλον άγνωστα αν δεν είσαι σκληροπυρηνικός της πίστας, και κέντρα με πρόγραμμα βγαλμένο από βιντεοταινίες της δεκαετίας του ’80, όπου «αναβιώνουν» ρόλοι ελληνικών ταινιών. Πολλά από αυτά βρίσκονται πάνω στη λεωφόρο θυμίζοντας κάτι από την ξέγνοιαστη και χαμένη για πάντα δεκαετία του 2000. Άλλα, είναι χωμένα στα στενάκια, πλάι σε μισογκρεμισμένα νεοκλασικά που μυρίζουν μούχλα από το φουσκωμένο λόγω της βροχής ξύλο.

«Κάποιοι πελάτες θέλουν απλά να τους πεις μία καλή κουβέντα»

Σε ένα από αυτά τα στενά, κοντά στο Φιξ, η Έλσα έχει νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα στο υπόγειο μίας πολυκατοικίας. Τα βράδια παίρνει το αυτοκίνητό της -ένα παλιό πεντακοσαράκι FIAT που, όπως λέει, «κάνει τη δουλειά του και με το παραπάνω»- και κατεβαίνει πιο κάτω, εκεί όπου βρίσκονται τα περισσότερα στριπτιτζάδικα και συγκεντρώνεται η περισσότερη πελατεία. «Από τις πρώτες κουβέντες που ανταλλάζεις με τους πελάτες καταλαβαίνεις τι θέλουν. Κάποιοι θέλουν να κάνουν έρωτα, άλλοι την βρίσκουν απλώς με το να σταματάνε και να σου μιλάνε, άλλοι έρχονται λιγότερο για σεξ και περισσότερο για παρέα», λέει καθώς πίνει την τελευταία γουλιά από το ρούμι της. «Θέλουν απλά να τους αγκαλιάσεις και να τους πεις μία καλή κουβέντα. Θες άλλο ένα πριν φύγουμε;» με ρωτάει καθώς γεμίζει ξανά το ποτήρι της.

Διαβάστε περισσότερα :https://www.vice.com/gr/article/bm85am/oi-iroes-tis-syggrou

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here