Επ’ αφορμή της εμφάνισης του «κορωνοϊού», άλλως COVID 19 (ή SARS-CoV-2), ενός ιού ο οποίος έλαβε ταχύτατα διαστάσεις πανδημίας, με πολλαπλές και προς στιγμήν άγνωστες στην πλειοψηφία τους επιπτώσεις για την υγεία του ανθρώπου, το σύνολο των πληττόμενων χωρών έλαβε συγκεκριμένα μέτρα πρόληψης, με σκοπό την αποφυγή και τον ουσιαστικό περιορισμό της περαιτέρω διάδοσής του. Τα μέτρα πρόληψης που ελήφθησαν φέρουν διττό χαρακτήρα αποσκοπώντας καταρχάς στην προστασία του πληθυσμού, πρωτίστως των ευπαθών ομάδων και παράλληλα στην αποφυγή τυχόν δυσλειτουργιών στο εκάστοτε Δημόσιο Σύστημα Υγείας και στην ποιότητα της παρεχόμενης υγειονομικής φροντίδας.

Σε εθνικό επίπεδο ήταν ιδιαιτέρως σημαντική η άμεση παρέμβαση του Κράτους, προκειμένου να αναχαιτισθεί το κύμα κρουσμάτων του ιού COVID 19, τα οποία δυνητικά θα προσέβαλαν τμήματα των πολιτών. Τα μέτρα που λήφθησαν έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα, δεδομένης της ταχύτητας με την οποία μεταδίδεται ο ιός και αφορούν κυρίως στον κατ’ οικον περιορισμό του πληθυσμού. Κατ’ επέκταση των ανωτέρω, εν έτει 2020, αναγείρονται ερωτήματα σχετικά με το ζήτημα του αυτοπεριορισμού του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της ελευθερίας του ατόμου (αρ. 5 Σ). Θα μπορούσε άραγε να αποτελέσει απαρχή μιας σειράς παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κατοχυρωμένων σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο; Συγκρούεται η άσκηση της αυτονομίας με την προστασία της δημόσιας υγείας, και αν ναι, γιατί; Πόσο σοβαρές μπορεί να αποβούν οι συνέπειες της παραβίασης των ειδικών μέτρων πρόληψης που τέθηκαν για την αποφυγή εξάπλωσης του ιού, συγκεκριμένα, στη χώρα μας;

Σε μια ανοιχτή, δημοκρατική κοινωνία, κάθε πρόσωπο επιλέγει ελεύθερα τον τρόπο ζωής του, ορίζοντας το ίδιο τη συμπεριφορά του στον κύκλο των ιδιωτικών σχέσεων και στην ευρύτερη κοινωνική ζωή του. Πώς, όμως, δύναται μια ατομική «παρεκκλίνουσα» συμπεριφορά να επηρεάσει ολόκληρο το κοινωνικοοικονομικό σύστημα, και αν αυτή η συμπεριφορά είναι επικίνδυνη, ποια τα όρια του κρατικού παρεμβατισμού για να την αποτρέψει; Υπό αυτό το πρίσμα, καθίσταται σαφές ότι ο σεβασμός στην ελευθερία και στην αυτονομία του ατόμου αποτελεί το ύψιστο αγαθό μιας δημοκρατικής κοινωνίας, στο πλαίσιο της οποίας η απόλαυση του τελευταίου δεν μπορεί να παραβιάζει την αυτονομία του άλλου, αφ’ ης στιγμής ο πολίτης είναι αναπόσπαστο μέρος του κοινωνικού συνόλου (αρ. 25 Σ). Στο σημείο αυτό υπεισέρχεται η Βιοηθική, ούτως ώστε να θέσει όρια που επί της ουσίας βοηθούν τον ελεύθερο άνθρωπο να λειτουργήσει εντός του πλαισίου που του επιτρέπει η ηθική του, οι αξίες και τα ιδανικά του.

Θέτοντας λοιπόν στο μικροσκόπιο τα μέτρα του κατ’ οίκον περιορισμού, που περιβλήθηκαν με τη φράση «μένουμε σπίτι», χάριν παιδαγωγικής επικοινωνιακής πολιτικής, εντοπίζεται ο έλεγχος της άσκησης του δικαιώματος της αυτονομίας, από ηθικής σκοπιάς. Η φράση «μένουμε σπίτι» προκαλεί, αφ’ εαυτού, στον δέκτη της μια ηθικοπλαστική ανάγκη συναίνεσης στις κρατικές επιταγές, προκειμένου να επιτευχθεί η προστασία του κοινωνικού συνόλου. Το άτομο δεν επιτάσσεται, αλλά παρακινείται να περιορίσει το δικαίωμά του στην ελευθερία προκειμένου να συμβάλει στο κοινό καλό ενώ παράλληλα το κράτος εγκύπτει, παρεμβαίνοντας σε επιτρεπτά πλαίσια, προκειμένου να αναδείξει την ανάγκη συμβολής και αφύπνισης της ατομικής συνείδησης. Με λίγα λόγια, εάν κανείς εξετάσει το ζήτημα από μια διαφορετική σκοπιά, θα διαπιστώσει ότι αυτοπεριορίζοντας την αυτονομία μας, ενισχύουμε την αναγκαία συνθήκη προς διασφάλιση του αγαθού της υγείας του κοινωνικού συνόλου και να εξασφαλιστεί παράλληλα η ομαλή κοινωνική συμβίωση. Θυμίζει το γνωμικό «ένας για όλους και όλοι για έναν», φράση που συνειρμικά ανατρέχει σε όρους όπως αυταπάρνηση, ήθος, προσφορά, αλληλεγγύη.   

Τι συμβαίνει, όμως, όταν, προκειμένου να διαφυλαχθεί το ύψιστο αγαθό της υγείας του κοινωνικού συνόλου, οι πολίτες όχι μόνο αποστερούνται του δικαιώματος της ελευθερίας αλλά καλούνται σε περιπτώσεις ανάγκης έκτακτης μετακίνησης να κοινοποιούν ανά πάσα στιγμή τα προσωπικά τους στοιχεία προκειμένου να την αιτιολογήσουν προς αποφυγήν κυρώσεων;

Αποτελεί, άραγε, αυτό μια κατάφορη παραβίαση των προσωπικών δεδομένων ή δικαιολογείται στα πλαίσια προστασίας του δημοσίου συμφέροντος; Σε τι επίπεδο μπορεί να επηρεάσει το ατομικό αίσθημα ευθύνης η υποχρέωση δημοσίευσης προσωπικών στοιχείων σε τρίτους, ιδιωτικούς και δημόσιους φορείς;

Παρά την αδιαμφισβήτητα συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία, παρατηρείται το εξής οξύμωρο και παράδοξο φαινόμενο, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού να καλείται σε περιορισμό κατ’ οίκον προκειμένου να αποφευχθεί η διάδοση του θανατηφόρου ιού. Μια τέτοια ηθική υποχρέωση για το «κοινό καλό» φαντάζει απλή και εν πρώτοις ουδεμία ουσιαστική επίπτωση έχει, συμβάλλοντας παράλληλα τα μέγιστα στην ανάγκη πρόληψης και προστασίας της δημόσιας υγείας και των ευπαθών ομάδων. Από την άλλη, η ανάγκη αυτοσυντήρησης επιβάλλει στον πολίτη την ελάχιστη μετακίνηση για την κάλυψη των βασικών του αναγκών (διατροφή, φαρμακευτική περίθαλψη κ.ά.). Σε αυτήν την περίπτωση, η υποχρέωση κοινοποίησης προσωπικών στοιχείων σε δημόσιους φορείς και κατ’ επέκταση σε απρόσωπους φορείς, ελεγχόμενους από το Κράτος, προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία και προβληματισμό σε σχέση με τον παρεμβατισμό του τελευταίου στα όρια της ατομικής ελευθερίας και με το δικαίωμα προστασίας στοιχείων και δεδομένων, όπως η διεύθυνση διαμονής, η διεύθυνση εργασίας και άλλων ευαίσθητων προσωπικών πληροφοριών, οι οποίες, υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα παρέχονταν επιλεκτικά και σε κοινό συναλλακτικό επίπεδο, με την ελεύθερη βούληση του πολίτη.   

Ωστόσο, η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, με την υπ’ αρ. 5/2020 απόφαση της Ολομέλειάς της, εξέδωσε σχετικές οδηγίες αναφορικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, στα πλαίσια διαχείρισης του COVID-19. Οι «Κατευθυντήριες Γραμμές» ήταν συγκεκριμένες, τονίζοντας ότι το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι απόλυτο, αλλά πρέπει να συνεκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία του στην κοινωνία και να σταθμίζεται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως το δικαίωμα της ζωής και της υγείας. Παράλληλα, επισημάνθηκε ότι η νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, στα πλαίσια λήψης μέτρων για την εν γένει προστασία της δημόσιας υγείας αλλά και αυτής των υποκειμένων των δεδομένων παρέχει τη δυνατότητα στον εθνικό νομοθέτη να εξειδικεύσει πράξεις επεξεργασίας που απαιτούνται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένου του τομέα της δημόσιας υγείας, κατ’ εξουσιοδότηση και σύμφωνα με τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων. Καθίσταται σαφές εκ των ανωτέρω ότι ανεξάρτητοι φορείς, όπως αποτελεί η Ανεξάρτητη Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, συντάσσονται με το Σύνταγμα και τείνουν να προσαρμόζουν τις νομοθετικές διατάξεις κατά τρόπο που δεν βλάπτει το δημόσιο συμφέρον, χωρίς ωστόσο να προασπίζουν επί της ουσίας τα δικαιώματα των φορέων των δεδομένων, οι οποίοι -εν τοιαύτη περιπτώσει- καλούνται να ενεργήσουν με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, ενόσω παραμένουν εκτεθειμένοι στην άγρυπνη ματιά του «Μεγάλου Αδελφού».  Αν άραγε διαβάσει κανείς πίσω από τις λέξεις, υπάρχει πιθανότητα να προκύψει ότι «Ο πόλεμος είναι ειρήνη, η ελευθερία είναι σκλαβιά, η άγνοια είναι δύναμη»; (βλ. «1984», George Orwell)

Εκ των ανωτέρω, προκύπτει ότι σε μια τέτοια περίοδο κρίσης, όπου η χώρα μας πλήττεται από τον αυξημένης επικινδυνότητας ιό COVID 19, η ατομική ευθύνη διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο για την προάσπιση του συλλογικού συμφέροντος. Ο κρατικός παρεμβατισμός, δε, κατατείνει στην αφύπνιση της ατομικής συνείδησης,  της ηθικής και της ανθρωπιάς. Παρά ταύτα, προκειμένου το άτομο να δρα με γνώμονα την ηθική και τις υποκείμενες αρχές του, είναι βασικό να αισθάνεται ότι συνεισφέρει και ενεργεί εντός ενός προστατευμένου περιβάλλοντος, στο οποίο δεν καταπατώνται οι αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της ακεραιότητας, ώστε να είναι δυνατή η μέγιστη αποτελεσματικότητα έναντι της ουσιαστικής καταπολέμησης του «αόρατου εχθρού» COVID 19, με το πιο απλό μέτρο, αυτό που έχει αποτυπωθεί στις συνειδήσεις όλων μας με τη φράση «μένουμε σπίτι».  

*Ο κλάδος της Βιοηθικής έχει ερευνητικό χαρακτήρα και διεπιστημονικό πεδίο αρμοδιοτήτων. Σκοπός αυτής της επιστήμης είναι η γνωμοδότηση στα ηθικά προβλήματα που ανακύπτουν από τις εξελίξεις στους κλάδους της Βιολογίας και της Ιατρικής, από τη σκοπιά του δικαίου, προκειμένου η βελτίωση του επιπέδου ζωής του ανθρώπου να εξασφαλίζεται με μεθόδους που δεν προσβάλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ηθικές αξίες.

Ευγενία Μ. Ταράνη

Δικηγόρος Αθηνών

Πολιτική Επιστήμων

M.S.L. Νομικής Σχολής Αθηνών (Ε.Κ.Π.Α.)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here