Η αγωνία να ακουστεί η φωνή μας, η βαθιά μας επιθυμία να αλλάξουμε κι εμείς τον κόσμο είναι χαρακτηριστικά σύμφυτα με την φύση των νέων, είναι πράγματα άμεσα συνυφασμένα με τον κάθε νέο, ειδικά σαν φοιτητή. Και εξάλλου, εάν δεν αγανακτεί ο νέος με τον κόσμο τον οποίον κάποιοι άλλοι έφτιαξαν για να ζήσει, εάν δεν κοπιάσει αυτός ο ίδιος να αλλάξει τα πάντα, ποιος θα το κάνει; Μέσα σε ένα πολιτικό τοπίο που μέρα με τη μέρα φαίνεται να βυθίζεται όλο και περισσότερο μέσα στην διαφθορά, μέσα σε μία κοινωνία που φαίνεται καθηλωμένη σε αναχρονιστικές ιδέες, ποιος θα ακούσει τον νέο; Τον νέο που ασφυκτιά να ακουστεί και να σχεδιάσει μόνος του τον κόσμο στον οποίο εξάλλου αυτός θα ζήσει;

Η προβληματική αυτή, θα έδινε σίγουρα μια πρώτη απάντηση στην ύπαρξη φοιτητικών παρατάξεων στα πανεπιστήμια της χώρας, ακόμα και παρά την κρίση που κατά καιρούς περνά ο θεσμός τους. Κανένας ρεαλιστής δεν θα προσπαθούσε να αλλάξει τον κόσμο σε μία μέρα. Όλα πρέπει να ξεκινήσουν σταδιακά, μεθοδικά, από το έλασσον προς το μείζον. Αυτό λοιπόν σημαίνει πως για κάθε φοιτητή, η αλλαγή θα πρέπει να ξεκινήσει μέσα από την ίδια του τη Σχολή, μέσα από τον χώρο που αναπτύσσεται και από τον χώρο που ζει. Ποιος καλύτερος τρόπος λοιπόν από τις παρατάξεις αυτές για να ξεκινήσει κανείς την ενασχόλησή του με την αλλαγή, την ενασχόληση με τα κοινά;

Το ίδιο βέβαια ισχύει και για την ζωή πέρα από τις πύλες του Πανεπιστημίου. Η αλλαγή για κάποιον που τώρα κάνει τα πρώτα του βήματα στην πολιτική σκηνή, θα ξεκινήσει από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, και πολύ περισσότερο από τον πρώτο βαθμό αυτής, από τον Δήμο. Όσο άμεση είναι για έναν φοιτητή η επιλύση των προβλημάτων της Σχολής του, άλλο τόσο άμεση είναι για έναν νέο Δημότη η επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει στα πάρκα, τα σχολεία και τις πλατείες της γειτονιάς του. Μολονότι ωστόσο οι δυο αυτοί τρόποι πολιτικής ενοργοποίησης ενός νέου ξεκινούν από κοινή αφετηρία, στην πράξη, παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις.

Θα ήτο αφελές να βάλουμε την δράση μέσα από φοιτητικές παρατάξεις και αυτήν μέσα από θεσμούς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην ίδια ζυγαριά. Μιλάμε για δύο εντελώς διαφορετικά μεγέθη. Σίγουρα ο θεσμός της εκπροσώπησης από φοιτητικές παρατάξεις είναι αμεσότερος προς τον φοιτητή από ό,τι ένα Δημοτικό Συμβούλιο προς τον Δημότη, σε κάθε περίπτωση όμως, το γεγονός αυτό αποδίδεται στο ότι οι πρώτες απευθύνονται σε ένα κοινό της τάξεως των 500, το πολύ 1000 φοιτητών, την στιγμή που το Δημοτικό Συμβούλιο εκπροσωπεί ένα εκλογικό Σώμα της τάξεως μέχρι και των 100.000 δημοτών. Μπορεί έυκολα να αναλογιστεί κανείς τον όγκο των ζητημάτων που καλείται να διαχειριστεί κάθε ένα από τα παραπάνω σώματα.

Μιλώντας εξάλλου για εκπροσώπηση, η θέση του Δημοτικού Συμβούλου συνιστά αξίωμα, αξιώμα αιρετό από τους πολίτες με την βαρύνουσα σημασία που αυτό συνεπάγεται. Και μπορεί και ανάμεσα σε φοιτητές να διεξάγονται ετησίως εκλογές, σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί να εξισωθεί το αξίωμα ενός Δημοτικού Συμβούλου με έναν εκπρόσωπο των φοιτητών, σε κάποιον φοιτητικό σύλλογο. Το αξίωμα όμως του Δημοτικού Συμβούλου συνεπάγεται και έναν μεγάλο φόρτο αρμοδιοτήτων και υποχρεώσεων. Θα έλεγε κανείς πως ένας Φοιτητικός Σύλλογος, αποτελούμενος από μέλη φοιτητικών παρατάξεων, έχει περισσότερο γνωμοδοτική αρμοδιότητα προς την Πρυτανεία του Πανεπιστημίου. Δύσκολα θα μιλούσε κανείς για εκτελεστότητα των αποφάσεων ενός Φοιτητικού Συλλόγου, πράγμα αντίθετα που είναι σαφές για τις αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, και κάθε όργανο ΟΤΑ. Το γεγονός αυτό είναι και που καθιστά τους Φοιτητικούς Συλλόγους, πολλές φορές, απλούς παρατηρητές των εξελίξεων. Η εκτελεστότητα και η αποκλειστική και δεσμευτική αρμοδιότητα που διατηρεί ο Δήμος ή η Περιφέρεια σε πολλούς τομείς, τους καθιστούν πρωταγωνιστές στην τοπική ζωή, δίνοντας τους έτσι μία χρειά ανεξαρτησίας, χωρίς να εξαρτώνται άμεσα από κάποιον άλλον.

«Ανεξαρτησία». Μία έννοια που λίγες παρατάξεις στα Πανεπιστήμια της χώρας μας φαίνεται να διατηρούν. Και πέραν από την δέσμευσή τους από την Πρυτανεία και τις αποφάσεις αυτής, όπως αναφέραμε παραπάνω, μόνο κάποιος με αυταπάτες δεν θα αναγνώριζε τους άρρηκτους δεσμούς των παρατάξεων με κομματικούς σχηματισμούς. Είναι αλήθεια πως συχνά οι Φοιτητκές Παρατάξεις, μία ιδέα που ξεκίνησε για να εκπροσωπούνται επαρκώς και να ακούγονται οι φοιτητές απέναντι στις προθέσεις των πρυτανικών αρχών, καταλήγουν ως απλοί κομματικοί σχηματισμοί, ανδράποδα των κομμάτων και άκριτοι εφαρμοστές κομματικών σχεδιασμών που τους έχουν υπαγορευθεί «άνωθεν». Γιατί όμως κάποιος από τα 18 του να πρέπει να ενταχθεί μέσα σε μία σκληρή, πολλές φορές, κομματική νεολαία;  Ακριβώς γιατί δύσκολα μπορεί να διεκδηκήσει αλλιώς το βήμα και να ακουστεί. Στην τελική, τα μπουζούκια, το Μπάνσκο και οι σημειώσεις είναι από μόνα τους ένα ισχυρό κίνητρο!

Κι όμως, σε μία πολιτική σκηνή που όλο και περισσότερο τείνει να καθιστά απαραίτητη την πολιτική ενεργοποίηση κανενός μόνο πίσω από κομματικά πρόσημα, η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι μάλλον ο τελευταίος χώρος που δεν έχει υποταχθεί τελείως στις επιταγές αυτές. Σίγουρα τα κόμματα έχουν έντονες παρεισφρύσεις και στην ζωή των Δήμων, αυτό ωστόσο δεν αποτελεί τον κανόνα. Αυτό εξάλλου είναι και το θετικό στον Δήμο. Όταν πρέπει να αποφασίσουμε για το σπίτι μας, το σχολείο των παιδιών μας, για τον τόπο μας, οι κομματικές μας εμμονές θα υποχωρήσουν μπροστά στο πραγματικό συμφέρον και θα εμπιστευτούμε αυτόν που γνωρίζουμε και εμπιστευόμαστε. Στον Δήμο, οι κομματικοί χρωματισμοί έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Στον Δήμο χωρεί μόνο το καλό των Δημοτών και το συμφέρον της πόλης μας.

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here