Όποια πέτρα και να σηκώσει κανείς, όποια εφημερίδα και να ανοίξει, σίγουρα θα πέσει πάνω σε αναλύσεις επί αναλύσεων, σε απόψεις, άρθρα και θεωρίες για το πρωταγωνιστικό ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών. Και πράγματι, χιλιάδες λέξεις γράφτηκαν, τόνοι μελάνι χύθηκαν, για μία συμφωνία που απασχόλησε, και θα απασχολήσει για αρκετό καιρό ακόμα, την ελληνική -και όχι μόνο- πολιτική σκηνή και κοινή γνώμη. Και παρά την πολυπλοκότητα του ζητήματος, παρά το γεγονός πως δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως άσπρο ή μαύρο, θα συμπέρανε κανείς πως όλοι προσπαθούν να δώσουν αυστηρά τυποποιημένες απαντήσεις: «καλή-κακή», «ναι-όχι». Καθηλωμένοι, σαν άλογο που του φορέσαν παρωπίδες, σε μία λέξη του κειμένου της Συμφωνίας, σε ένα επιμέρους άρθρο αυτής, παραμερίζοντας μια συνολική και συστηματική ερμηνεία και ανάγνωση της Συμφωνίας.

Σε κάθε νόμισμα υπάρχουν δύο πλευρές. Σίγουρα, η, ελαφρά τη καρδία, εκχώρηση του όρου «Μακεδονία», είτε αυτό αφορά στην γλώσσα, είτε στην εθνότητα, αποτελεί πλήγμα για κάθε Έλληνα πατριώτη, από τον Έβρο ως την Κρήτη και από την Αριστερά ως την Δεξιά. Σίγουρα πάλι μία Συμφωνία που επαναλαμβάνει την υποχρέωση για την τήρηση των υφιστάμενων συνόρων και προάγει την συνεργασία των δύο «Μερών», δίνει την λύση στο πολύχρονο ζήτημα, σε μία κατεύθυνση προς εξασφάλιση της σταθερότητας της ευρύτερης περιοχής. Μιας περιοχής μάλιστα, στην οποία η Ελλάδα φαίνεται να χρειάζεται έναν σύμμαχο περισσότερο από ποτέ. Είναι απολύτως λογικό σε ένα τόσο καίριο ζήτημα να υπάρξουν αντίθετες απόψεις και διαφωνίες ως προς τα οφέλη ή μη της Συμφωνίας. Θα μπορούσαμε λοιπόν δογματικά, να σταθούμε στην μία ή την άλλη άποψη. Θα μπορούσαμε να ενισχύσουμε έναν ατέρμονο διχασμό για ένα τόσο σημαντικό εθνικό ζήτημα, στον οποίο άλλοι μας ώθησαν και μας ωθούν, παραβλέποντας ωστόσο το πιο σημαντικό.

«Pacta sunt servanda»: Οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται. Και αυτός είναι θεμελιώδης κανόνας του Διεθνούς Δικαίου, του Δικαίου των Συνθηκών. Το ζήτημα λοιπόν που κλόνισε την συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που δίχασε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, βρίσκει την ελληνική Βουλή με δεμένα, μάλλον, χέρια.

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα: Ας υποθέσουμε ότι ενδιαφέρεστε για την αγορά ενός κτιρίου, σημαντικής αξίας, του οποίου ωστόσο η εσωτερική διαρρύθμιση δεν σας εξυπηρετεί και επιθυμείτε την αναδιαμόρφωσή της, πράγμα που θα στοιχίσει αρκετά χρήματα. Συμφωνείτε λοιπόν με τον ιδιοκτήτη, να σας πωλήσει το κτίσμα, αφού προβεί στις απαραίτητες επιδιορθώσεις. Εφόσον λοιπόν εκείνος τηρήσει την συμφωνία και επενδύσει στις επιδιορθώσεις που εσείς ζητήσατε, δεν θα ήταν απαράδεκτο από πλευράς σας να υπαναχωρήσετε της συμφωνίας και να μην αγοράσετε το κτίσμα; Εκ του ελάσσονος λοιπόν προς το μείζον, ποια θα ήταν η θέση της Ελλάδας στην διεθνή σκηνή, αν αρνούνταν τελικώς την κύρωση της Συμφωνίας την στιγμή που το αντισυμβαλλόμενό της «Μέρος», προέβη στις ριζικές τροποποιήσεις και συνταγματικές μεταβολές που η Συμφωνία προέβλεπε και τα «Μέρη» συμφώνησαν; Ποια θα ήταν η θέση ενός κράτους που δεν τηρεί τις διεθνείς συμφωνίες του και εκθέτει τους αντισυμβαλλόμενούς του;

Διεθνής διασυρμός και κατακραυγή της Χώρας. Αυτή είναι απάντηση. Ασφαλώς, αν γυρίζαμε τον χρόνο πίσω, πριν τις υπογραφές της 13ης Ιουνίου, ίσως θα έπρεπε να τεθεί το ερώτημα του κατά πόσο χρειάζεται η Ελλάδα την επίλυση του Μακεδονικού, και μάλιστα υπό αυτούς τους όρους, δεδομένου ότι μέχρι τότε είχε το «πάνω χέρι» και την πρωτοβουλία στις διαπραγματεύσεις. Ενδεχομένως οι όροι να μην αντανακλούν την ευνοϊκή θέση που είχε στο ζήτημα η Ελλάδα. Ενδεχομένως να λογίζονται ως «εκποίηση» της εθνικής κληρονομιάς. Σε κάθε περίπτωση όμως, δίνεται λύση σε ένα κρίσιμο ζήτημα, ενισχύοντας την ασφάλεια και την συνεργατικότητα των κρατών των νοτίων Βαλκανίων.

Ας είμαστε ρεαλιστές πάντως. Μη κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, θα δημιουργούσε διεθνή ευθύνη της χώρας μας, λόγω αθέτησης διεθνών συμβατικών υποχρεώσεων και η Ελλάδα θα εξετίθετο στην διεθνή σκηνή.  Σε αυτό τουλάχιστον θα έπρεπε να συμφωνήσουμε όλοι. Εδώ που φτάσαμε, φαίνεται πως ούτε ο λαϊκισμός, ούτε ο πολιτικός τυχοδιωκτισμός δεν θα μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στην επερχόμενη κύρωση της Συμφωνίας.  Φαίνεται να οδηγούμαστε σε ένα αδιέξοδο, δίχως, πιθανότατα, την συναίνεση μεγάλου μέρους της κοινωνίας.

Όλα αυτά πάντως τελούν ακόμη υπό την επιφύλαξη των αποφάσεων των ελληνικών δικαστηρίων περί της Συνταγματικότητος ή μη της Συμφωνίας. Αυτό όμως θα γίνει εκ των υστέρων. Και μέχρι τότε, η κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, έστω και με τους όρους που διαμορφώθηκε αυτή τελικώς, αποτελεί μονόδρομο για την διάσωση του κύρους και της φερεγγυότητας της Ελλάδος στις διεθνείς διαπραγματεύσεις και την αποφυγή του διασυρμού της στην διεθνή σκηνή. Μία επιταγή που δεν επιβάλλεται από το επωφελές ή μη περιεχόμενο της Συμφωνίας για την μία ή την άλλη πλευρά, αλλά από το εθνικό συμφέρον και τους παραδεδειγμένους κανόνες διεθνούς δικαίου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here