Της Νίκης Μπάκουλη

Η πλατεία της Νέας Σμύρνης είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σημεία όχι μόνο της πόλης, αλλά όλης της Αθήνας. Αποτελεί και μια από τις μεγαλύτερες πλατείες της Ελλάδας, με την έκταση της να ‘χει φτάσει τα 20 στρέμματα. Εκεί θα βρείτε το εμπορικό και το διοικητικό κέντρο της περιοχής. Εκεί γίνονται οι καλλιτεχνικές, οι πολιτιστικές και οι πολιτικές συγκεντρώσεις. Αυτά όμως, είναι πράγματα που γνωρίζετε. Δεν αντιπροσωπεύουν όμως, στο 100% την πλούσια ιστορία της πόλης και την ακόμα πιο πλούσια ιστορία του κεντρικού της σημείου. Με τη βοήθεια ενός vero Νεοσμυρνιώτη, του Αλέξη Κολοτούρου αναζητήσαμε εκείνες τις λεπτομέρειες που κάνουν τελικά, τη διαφορά.

Introduction

Η χωροθέτηση της πλατείας υπήρχε στον πρώτο πολεοδομικό σχεδιασμό της Νέας Σμύρνης, στα τέλη του ’30. Η προοπτική ήταν να αποτελέσει το εμπορικό κέντρο της προσφυγικής πόλης. Ο περίγυρος της πλατείας είχε δενδροφυτευτεί από το 1938. Στο εσωτερικό της, υπήρχε μια τεράστια επίπεδη αλάνα έως το 1970, οπότε επί δημαρχίας Αθανάσιου Παπαθανασίου ξεκίνησε η ανάπλαση που κατέληξε σε μια από τις πιο όμορφες πλατείες της Ελλάδας. Δημιουργήθηκαν έξι λίμνες που επικοινωνούν με μικρούς καταρράκτες και συντριβάνια, μια μικρή γέφυρα, τουριστικό περίπτερο, παιδικές γωνιές, ενώ τοποθετήθηκαν και αγάλματα ευεργετών. Τη μελέτη και την επίβλεψη της διαμόρφωσης, είχε αναλάβει το αρχιτεκτονικό γραφείο Γ. Λεονάρδου και Λ. Καλαβύτη.

Στο κεντρικό σημείο, ανυψώθηκε η αναμνηστική στήλη (οβελίσκος), ύψους 5 μέτρων, έργο του γλύπτη Βάσου Καπάνταη, με ανάγλυφες παραστάσεις που συνδέουν τη νέα πόλη με τη μικρασιατική Σμύρνη. «Ο Παπαθανασίου είχε «βγει» κόντρα στη Χούντα. Έκανε πολλά έργα, μόνος του. Για παράδειγμα, τα έργα για τους υπονόμους. Ούτε για αυτά είχε έγκριση. Είχε ένα φαρμακείο, αριστερά από το σημείο που βρίσκεται σήμερα η καφετέρια “Avenue”, δίπλα στο τότε ζαχαροπλαστείο του Τσιάπη. Είχε οραματιστεί τη Νέα Σμύρνη, με μια πλατεία ως σημείο αναφοράς. Και ενώ αρχικά τον βρίζαμε, είναι το μεγαλύτερο έργο που έχει γίνει στη Νέα Σμύρνη». Γιατί όμως, τον έβριζαν οι κάτοικοι της πόλης; «Γιατί ήταν χουντικός. Αν και αυτό δεν είναι ακριβές, γιατί είχε εκλεγεί με τη ψήφο του λαού ως δήμαρχος και τον κράτησε η χούντα. Παραμένει ωστόσο, δεδομένο ότι έκανε πάρα πολύ μεγάλο έργο».

Το 2003 ξεκίνησε η τελευταία ανάπλαση, που είχε ως συνέπεια την πεζοδρόμηση των τριών πλευρών (25ης Μαρτίου, 2ας Μαΐου και Ειρήνης) και τότε ήταν που τοποθετήθηκε το άγαλμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, μπροστά από τη στάση του τραμ. Σε κεντρικό σημείο, υπάρχει και η προτομή του Αθανάσιου Καρύλλου, του πρώτου αιρετού κοινοτάρχη και Δημάρχου της Νέας Σμύρνης. Εκεί κοντά βρίσκεται και η Πυραμίδα. “Απέναντι της ήταν το Αστυνομικό τμήμα, το ΚΒ’, το οποίο παλαιότερα βρισκόταν στην γωνία απέναντι από τον  κινηματογράφο “Αστόρια”, που ήταν στο σημείο της πρώην Εμπορικής Τράπεζας -στην πλάγια πλευρά της Εστίας.

Όταν η “Ευαγγελική” ήταν η πηγή ζωής της πλατείας

Το Δημαρχείο το παλαιό, ήταν στην γωνία του πεζόδρομου της πλατείας και της οδού Παλαιολόγου”. Πλάγια της Πυραμίδας, δίπλα στο σημερινό Gruppo Ottico “ήταν το Γυμνάσιο η «Ευαγγελική Νέας Σμύρνης, στο κτίριο «Γεωργίου Τσακίρη». Η πλατεία αποκτούσε ζωή, όταν λειτουργούσε το σχολείο. Οι περισσότεροι από όσους θα αναφέρω στη συνέχεια, πήγαν εδώ σχολείο”. Το σχολείο της Εστίας προστέθηκε πολύ αργότερα «μετά τη σχετική χρηματοδότηση του Αριστοτέλη Ωνάση». Η αυθεντική Εστία έστεκε εκεί όπου βρίσκεται και σήμερα από το 1930 -είχε δημιουργηθεί από Έλληνες Μικρασιάτες πρόσφυγες, με στόχο τη συλλογή, τη μελέτη και την περίσωση του εθνικού, πνευματικού, ιστορικού, λαογραφικού και γλωσσικού πλούτου του ελληνισμού της Μικράς Ασίας, του Πόντου, της Ανατολικής Θράκης και της Κωνσταντινουπόλεως.

Το κτίριο της «Ευαγγελικής» δεν υπάρχει πια πάνω στην πλατεία (το σχολείο έχει μεταφερθεί σε άλλο σημείο της πόλης), αλλά «στην είσοδο του υπάρχοντος οικοδομήματος υπάρχει το σχέδιο της εισόδου της «Ευαγγελικής». Μπροστά, ήταν δρόμος και περνούσαν αυτοκίνητα. Το τοπίο ήταν έρημο». Τι υπήρχε; «Σπίτια, αλλά όχι καταστήματα και ζωή. Παρεμπιπτόντως, υπήρχαν και τρία βενζινάδικα» παρ’ ότι αναφερόμαστε σε μια εποχή που δεν είχε κάθε σπίτι τρία αυτοκίνητα. «Η αλήθεια είναι πως δεν υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα». Τότε πώς μόνο στην πλατεία υπήρχαν τρία βενζινάδικα; «Ε, οι Νεοσμυρνιώτες ήταν πλούσιοι».

Επιστρέψαμε στην «Ευαγγελική», για να μας διηγηθεί μια ιστορία: «Είχαμε έναν εκπληκτικό καθηγητή γυμναστικής, Λεγόταν Σταυρουλάκης. Αγαπούσε τους αθλητές πολύ. Όποιος ασχολείτο με τον αθλητισμό, ήταν Θεός για εκείνον. Είχε ένα χούι. Όταν τσαντιζόταν, έριχνε ένα χαστούκι. Έφευγε το ρολόι από το χέρι, διαλυόταν, πήγαινε το έφτιαχνε και φτου και από την αρχή. Όπως καταλαβαίνεις, δεν δούλευε ποτέ. Ήταν μια μέρα λοιπόν, ο Αποστόλης Αποστολόπουλος που έλεγε τις ειδήσεις στην ΕΡΤ, και έπρεπε να τρέξει100 μέτρα, για να τον χρονομετρήσει ο γυμναστής με το ρολόι του. Όταν τερμάτισε, ρωτήσαμε ποιος ήταν ο χρόνος. Τον ακούμε να λέει με ένταση «πηγαίνετε, πηγαίνετε» και όπως περπατάμε να φύγουμε, ακούω από πίσω κάποιον να φωνάζει «παγκόσμιο ρεκόρ»! Πέσαμε όλοι κάτω από τα γέλια. Εξυπακούεται πως το ρολόι δεν είχε μετρήσει τίποτα«.

Επί της πλατείας και απέναντι από τον Γαλαξία υπήρχε το κουρείο του Βουρέκα και το ζαχαροπλαστείο του Τσιάπη. Χαρακτηριστικά στέκια των Νεοσμυρνιωτών. “Εκεί που βρίσκεται σήμερα η καφετέρια “Grotto” ήταν ένα κτίριο, στο οποίο είχε δημιουργηθεί παράρτημα του σχολείου -δεν επαρκούσαν οι αίθουσες για να καλύψουν τις ανάγκες. Λίγο αργότερα, έγινε και δεύτερο παράρτημα, ακριβώς απέναντι (γελάει). Δίπλα ήταν ο Βουλγουρίδης το βιβλιοπωλείο, που αργότερα μεταφέρθηκε στην 2ας Μαΐου. Η πλατεία είχε 2-3 μαγαζιά. Στο ύψος που είναι τώρα η Alpha Bank, υπήρχε το περίφημο καφενείο Ο Λάκκος. Επί της Ελευθερίου Βενιζέλου, εκεί που σήμερα είναι ο γερμανικός φούρνος ήταν ένα άλλο ξακουστό καφενείο, αυτό του Τσολιά». Από ό,τι βλέπουμε τη σήμερον ημέρα στην πλατεία, τότε δεν υπήρχε παρά το… 5%. «Όλα μαζί ήταν 7-8 μαγαζιά, συμπεριλαμβανομένου του Λώλου, ένα από τα πιο ιστορικά μαγαζιά των νοτίων προαστίων που κατέβασε ρολά το 2014, έπειτα από 79 χρόνια «ύπαρξης». Άλλο ιστορικό ζαχαροπλαστείο ήταν το Κοσμικόν«.

O Πανιώνιος ήταν ανέκαθεν σημείο αναφοράς

Τα πρώτα στέκια γέμιζαν από φωνές των αθλητών της περιοχής. Γιατί τότε όλοι έκαναν ένα σπορ. «Οι γεννηθέντες από το 1946 και μετά παίζαμε μπάσκετ. Οι μισοί στον Μίλωνα και οι άλλοι μισοί στον Πανιώνιο. Είχαν διαμορφωθεί οι δυο ομάδες και είχαν φτάσει στο σημείο να συναγωνίζονται. Πάντα ήταν καλύτερος ο Πανιώνιος, αλλά ο Μίλωνας είχε καταφέρει να είναι ανταγωνιστικός. Στη «Λήδα», το μέρος όπου πηγαίναμε όλοι τότε, γίνονταν όλες οι πλάκες. Ήταν ζαχαροπλαστείο και άνηκε στον Βασίλη Φραγκούλη, ο οποίος μετά είχε τον «Άδωνι». Τη δεκαετία του ’70, όταν έγινε η πλατεία, η «Λήδα» μεταφέρθηκε στο σημείο που εγκαταστάθηκε για πολλά χρόνια, αργότερα ο «Άδωνις», ένα από τα σημεία που έγιναν σήμα-κατατεθέν της πλατείας και… πρωταγωνίστησε στο τραγούδι του Σταμάτη Κραουνάκη «Πάμε στον Άδωνι για καφέ«.

Αυτό ήταν το δεύτερο στέκι και το τρίτο ο -επίσης ιστορικός- «Γαλαξίας», που εμφανίστηκε στην εικόνα όταν άρχισε να διαμορφώνεται πια, η πλατεία. «Ένα άλλο στέκι ήταν η «Λούση», στη γωνία της Ομήρου με την Παλαιολόγου. Το είχε ο πατέρας του Λουκά Σιότροπου και επίσης ήταν ζαχαροπλαστείο με παγωτό. Αυτό ήταν το μέρος που συγκεντρώνονταν οι ποδοσφαιρικοί του Πανιωνίου«.

Αλλά ας γυρίσουμε στη «Λήδα». “Δίπλα ήταν το ιατρείο του Θεόδωρου Πιπερίδη. Ήταν ο καλύτερος οδοντίατρος της πόλης -είχε παίξει και μπάσκετ στον Πανιώνιο. Είχε ουρές ασθενών. Κυριολεκτώ όταν λέω ουρές. Δεν τον ένοιαζε ούτε ποιος είσαι, ούτε τίποτα. Τηρούσε τη σειρά και δεν έδινε προτεραιότητα σε κάποιον, για κανένα λόγο«.

Κάπου εκεί κοντά, βρίσκονταν και οι Αργύρης Γρουμπός, Σταύρος Κανονίδης, Γιώργος Σακελλαρίου, Ηλίας Πίσπας, Θεόφιλος Καταλειφός, ο Γιάννης Κυριακόπουλος (γνωστός ως «ΚΥΡ») και άλλοι συναθλητές τότε, μα πάνω από όλα φίλοι. «Τότε είχαμε Δικτατορία. Εμείς μαζευόμασταν κάθε μέρα και μέναμε μαζί έως το ξημέρωμα. Όλες οι κουβέντες που κάναμε, ήταν γύρω από τον αθλητισμό, γύρω από τον Πανιώνιο και τον Μίλωνα. Κάναμε διαρκώς πλάκες ο ένας στον άλλον. Στην παρέα ήταν και άνθρωποι από τη διοίκηση του Πανιωνίου, κάποιοι εκ των οποίων ήταν χουντικοί. Ο Γιώργος Κωνσταντόπουλος, για παράδειγμα. Ήταν ένας πολύ έντιμος άνθρωπος. Παρ’ όλο που είχαμε αντίθεση, εξαιτίας του ότι ήταν χουντικός, ήταν ένας άνθρωπος που στάθηκε πάρα πολύ στον Πανιώνιο. Ένας άνθρωπος που ήταν πολύ κοντά μας«. Ο Πανιώνιος ήταν πάντα σημείο αναφοράς.

Τα καλοκαίρια και οι μαζικές μετακινήσεις

«Το καλοκαίρι γινόταν… μετακίνηση πληθυσμού «φεύγαμε από τη «Λήδα» και πηγαίναμε στον Μπάτη, στο Φάληρο τα πρωινά. Ήμασταν όλοι μαζί. Μιλωνιώτες και Πανιώνιοι. Κάναμε μπάνιο, λέγαμε ιστορίες, «πειράζαμε» τους λουόμενους. Έρχονταν κυρίες με κεφτεδάκια να ταΐσουν τα παιδιά τους και ερχόταν ο «Κουτς», με την ιατρική ποδιά του Φίφη Φιλιππίδη -ο οποίος ακόμα μένει στην πλατεία- και… εξέταζε τους λουόμενους, έκλεβε τα κεφτεδάκια και τα πετούσε στη θάλασσα. Οι κυρίες φώναζαν το Λιμενικό, αλλά… ο λιμενικός ήταν ο Γιάννης Κουντούρης, ένας άλλος φίλος, ο οποίος συνελάμβανε τις κυρίες»! Δεν σας είπαμε όμως, ποιος είναι ο «Κουτς»; «Ο Γιάννης Χριστόπουλος, αδελφός του συνεταίρου του Σωκράτη Κόκκαλη. Τον είχαν πάρει στο εργοστάσιο να δουλέψει και μετά την πρώτη εβδομάδα… οργάνωσε απεργία και τον έδιωξαν. Ήταν μέγας σοσιαλιστής. Συνήθιζε να λέει πως «είμαι ο μεγαλύτερος σοσιαλιστής στη γη«.

Ο κορμός της παρέας, παραμένει ίδιος ακόμα και σήμερα. Το club μπορεί να δείχνει «κλειστό», αλλά είναι ορθάνοιχτο, εφόσον εμφανιζόταν κάποιος που ταίριαζε στο mentalité της παρέας. «Κάτω από την Πυραμίδα, διοργανώνονταν συναυλίες με ορχήστρες. Έχω προλάβει κάποιες. Εμείς καθόμασταν όλη τη νύχτα και συζητούσαμε για όσα μας απασχολούσαν«. Τι μπορεί να έλεγαν όλη μέρα; «Για μια ενέργεια του Σαραβάκου, για μια φάση του Δέδε, για μια αμφισβητούμενη φάση του ματς. Πρέπει να σου πω ότι ενώ ήμασταν Μιλωνιώτες στο μπάσκετ, ήμασταν συγχρόνως και Πανιώνιοι (γελάει). Υπήρχε ανταγωνισμός. Όχι αντιπαλότητα«. Κάποιοι δεν άντεχαν το ξενύχτι και… κοιμούνταν στο γρασίδι. Για τις ανάγκες τους, είχαν δίπλα τα δημόσια ουρητήρια, στο γνωστό «Παλούκι» που υπάρχει στο πάνω μέρος της πλατείας. «Εκεί που είναι οι κάδοι, μεταξύ της Τράπεζας Πειραιώς και της Alpha Bank στην 25ης Μαρτίου, κατέβαινες τρία σκαλάκια και ήταν τα ουρητήρια».

Ο Θεοδωράκης, ο Γιώργος Παπαδόπουλος, ο Μπαλόπουλος και ο Παττακός

Πολύ κοντά στην πλατεία έμενε ο Μίκης Θεοδωράκης «στον Παππά δεξιά, στη στροφή της Νέας Σμύρνης (στον αριθμό 31 της Κωνσταντινουπόλεως), μόνιμος τρόφιμος του αστυνομικού τμήματος ΚΒ. Στην πλατεία Ιωνίας έμενε ο Γιώργος Παπαδόπουλος. Ο δικτάτωρ. Μετά τη Μεγάλου Αλεξάνδρου, μετά το Amigos, στο αριστερό χέρι, το δεύτερο σπίτι ήταν του συνταγματάρχη Μπαλόπουλου, ο οποίος συνελήφθη γιατί είχε κάνει μια παρανομία με κρέατα. Έως ότου συλληφθεί, πήγαινε ο Παπαδόπουλος κάθε χρόνο στη γιορτή του, των Φώτων. Στους καλεσμένους ήταν και ο Παττακός, ο οποίος περνώντας από την πλατεία, μας έβλεπε με τα πόδια πάνω στις καρέκλες και φώναζε «παλιάνθρωποι, κατεβάστε τα πόδια από τις καρέκλες». Πολλές βραδιές τους «μάζευαν» στο αστυνομικό τμήμα «γιατί δεν ήμασταν σπίτια μας, αλλά έξω το ξημέρωμα., Σημειωτέον, ο αφηγητής μας είχε τον ίδιο καθηγητή γαλλικών με τον Παπαδόπουλο, την ίδια περίοδο «τον Ρώσση. Έχεις ακουστά τις μεταφράσεις Ρώσση; Μου έλεγε «θα τον διώξω, γιατί είναι δικτάτορας Με τον γιο του Ρώσση («ήταν οδοντίατρος και όταν τον έπαιρνες τηλέφωνο και είχε δουλειά, έλεγε «κλείσε, έχω στόμα ανοιχτό») πήγαιναν μαζί στην όπερα και ο πατέρας του συνήθιζε να τους λέει «και τα κορδόνια δεν είναι από περίπτερο». Δηλαδή, ήταν ειδικά φτιαγμένα για την παράσταση, ήταν φροντισμένα, όχι… ό,τι κι ό,τι».

Αυτοί που είχαν καλλιτεχνική φύση, ήταν του Μίλωνα. «Οι πιο πολλοί ασχολούνταν με την κλασική μουσική. Όλα τα παιδιά ήταν καλλιεργημένα, μορφωμένα. Έτσι μεγαλώναμε. Με τον Καταλειφό γνωριστήκαμε επειδή είχαμε την ίδια συνήθεια: να ακούμε κάθε Παρασκευή βράδυ όπερα. Την Κυριακή το πρωί παίρναμε σε έναν διαγωνισμό που έκανε ο ραδιοφωνικός σταθμός και σε καλούσε να αναγνωρίσεις τι ακούς, από την εισαγωγή ενός κλασικού κομματιού. Με έπαιρνε ο «Κυρ» (έμενε απέναντι από την πλατεία, στην Ελευθερίου Βενιζέλου, πρόσφατα έφυγε από εδώ) και μου έλεγε «είναι η συμφωνία Νέου Κόσμου, πάρε να κερδίσουμεΉμασταν πολλοί στο παιχνίδι». Και το «παιχνίδι» δεν περιοριζόταν στην αναζήτηση του σκοπού. Η χάρη τους έφτανε έως και τα μπορντέλα της Τρούμπας «γιατί αυτή ήταν η ροή της ζωής, τότε. Θέλαμε να είμαστε μέσα στα πράγματα. Σε όλα τα πράγματα«.

Το κλίμα που κυριαρχούσε τότε γενικότερα στην πόλη, ήταν συντηρητικό. «Η Νέα Σμύρνη είχε υποστεί συνέπειες από τον εμφύλιο πόλεμο. Εδώ μάλιστα, ήταν και τα σύνορα της Αντίστασης. Ο Βασίλης Μεσολογγίτης ήταν επίσης, εκεί. Όπως ήταν και η οικογένεια  Κατσέλη. Ένα 20% του πληθυσμού ήταν που ασχολούμασταν με τα αθλητικά, την πολιτική, τα κοινωνικά, τον πολιτισμό. Ό,τι συμβαίνει τώρα, γινόταν και τότε και νιώθαμε δυσαρεστημένοι με όσους δεν ασχολούνταν».

Ο Μαστοράκης, ο Φάνης, ο Πύρρος Δήμας και ο Λεωνίδας Σαμπάνης

Η Νέα Σμύρνη είχε χαρακτηριστεί και «Μonaco της Ελλάδας» χάριν αγώνων ράλι «που διοργάνωνε ο Νίκος Μαστοράκης, τη δεκαετία του ’70, γιατί υπήρχε χώρος. Ήταν το «γρήγορο χιλιόμετρο», σε διαδρομή που έφτανε έως την Αγία Παρασκευή. Έτρεχαν γύρω από την πλατεία. Ο Κόκκοτας ήταν στους διαγωνιζόμενους. Είχε αγώνες ταχύτητας, με μηχανές που ήταν ο Κουντούφας». Όταν έγινε η πλατεία, εμφανίστηκε και το ζαχαροπλαστείο «Γιώργος» με το περίφημο καϊμάκι, για το οποίο πήγαιναν έως τη Νέα Σμύρνη άνθρωποι από όλη την Αθήνα. «Τότε ήταν ο Θόδωρος που το είχε. Έρχονταν από όλη την Αθήνα. Τα βράδια, στην παρέα ήταν κάθε μέρα ο Λεωνίδας Θεοδωρακάκης (μένει ακόμα πολύ κοντά), ο Μιλτιάδης Μαρινάκης», ο πατέρας του νυν προέδρου στο ΔΣ της ΠΑΕ Ολυμπιακός, «δεν έμενε εδώ, αλλά ερχόταν πολύ τακτικά». Πολύ κοντά στην παρέα των Πανιώνιων που μαζευόταν κάθε μέρα στο «Γιώργο», αλλά όχι στο ίδιο τραπέζι, ήταν διαρκώς ένας άνδρας που έδειχνε να… κρυφακούει τις συζητήσεις. «Ως γνωστόν, οι Πανιώνιοι είναι εξυπνάκηδες (γελάει) και άρχισαν να τον κοροϊδεύουν. Εκείνος τους ρωτούσε «γιατί με ενοχλείτε, από τη στιγμή που δεν σας ενοχλώ». Ποιος ήταν; Ο ποιητής Αλέξης Ασλάνογλου, αλλά οι Πανιώνιοι δεν το γνώριζαν».

Όταν το έμαθαν, σταμάτησαν τα «πειράγματα», αλλά ο Ασλάνογλου δεν κάθισε ποτέ στο τραπέζι τους. «Ήταν απόμακρος». Στον «Γιώργο» σύχναζε και ο Φάνης Χριστοδούλου. «Απ’ όταν τον είχαμε δει, παιδί να παίζει στον Πανιώνιο, δεν είχαμε καμία αμφιβολία πως θα γίνει πολύ μεγάλος παίκτης. Ενδεχομένως, ο μεγαλύτερος Έλληνας μπασκετμπολίστας. Ήταν 17 χρόνων και δεν είχε σχέση με τους άλλους». Μετά, έζησαν και όλη την εξέλιξη του -όπως και εκείνος μοιραζόταν με όλους τους Νεοσμυρνιώτες την καθημερινότητα του, από τη στιγμή που δεν αρνείτο ένα χαμόγελο ή μια σύντομη συζήτηση με όποιον τον προσέγγιζε. «Αφηνόταν, έπαιρνε κιλά και δεν έπαιζε όπως μπορούσε. Ε, του λέγαμε καμια κουβέντα. Δεν εκνευριζόταν. Κάθε άλλο. Ήταν επιρρεπής στις απολαύσεις και το είχε αποδεχτεί, αλλά ήταν πολύ μεγάλος παίκτης».

Ένας άλλος μεγάλος αθλητής που… σχετίστηκε με την πόλη, ήταν ο Πύρρος Δήμας. «Πήγαμε να τον φέρουμε από το σύνορα, να τον κλέψουμε ουσιαστικά, με τον -Νεοσμυρνιώτη- Βασίλη Γεωργιάδη που τον είχε ανακαλύψει και μας είχε διαβεβαιώσει πως θα γίνει παγκοσμίου κλάσης. Μετά, τον πήγαμε στην Πειραϊκή για γαρίδες, ως παρέα. «Μετά, πήρα τον Χρήστο Ράπτη και του είπα πως πρέπει να έλθει να δει έναν μεγάλο αθλητή, ενδεχομένως τον μεγαλύτερο στο άθλημα του». Με έναν άλλον αρσιβαρίτσα, τον Λεωνίδα Σαμπάνη συνέβη το εξής περιστατικό. “Δεν ξέρω για ποιο λόγο ήταν τιμωρημένος και δεν πήγε στην Ολυμπιάδα της Βαρκελώνης και όταν το έμαθε, ήμασταν μαζί. Μου λέει «πάμε στα αποδυτήρια να κάνω το ρεκόρ που θα έκανα, αν πήγαινα». Και σήκωσε τα κιλά. Έχω να σου πω ότι ήταν εξαιρετικός στο μπάσκετ. Παίζαμε πολύ συχνά και το ‘χε». Από το Μίλωνα ξεκίνησε η μεγάλη πορεία της Άρσης Βαρών με τον Γιάννη Σγουρό που αργότερα έφτασε μέχρι το αξίωμα του αντιπροέδρου της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Άρσης Βαρών. Μεγάλοι πρωταγωνιστές ήταν αθλητές του Μίλωνα, καθώς και ο προπονητής Βασίλης Γεωργιάδης.

Όλοι οι καλοί θα χωράνε πάντα

Ο κόσμος αυξήθηκε κατακόρυφα, όταν αυξήθηκε ο συντελεστής δόμησης την δεκαετία του ’80 «και άρχισε η ανοικοδόμηση της Νέας Σμύρνης. Οι τιμές βέβαια, δεν έπεσαν. «Ήταν πάντα ακριβή περιοχή«. Ο πληθυσμός έχει φτάσει τους 170.000 κατοίκους «και πολλοί προτίμησαν την περιοχή, γιατί για τα περισσότερα χρόνια είχε Δημάρχους προοδευτικούς. Ξένος όμως, δεν ένιωσα ποτέ. Ήμουν εδώ, όταν γίνονταν όλα. Ενδεχομένως να νιώθουν ξένοι αυτοί που ήλθαν τα τελευταία χρόνια». Οι παλιοί διατηρούν ένα -τρόπος του λέγειν- γκέτο (γνωρίζουν τους πάντες και τα πάντα και έχουν μια λύση για κάθε πρόβλημα) «αλλά συγγνώμη, όταν πρωτοήλθες στη Νέα Σμύρνη νομίζω σου φερθήκαμε πολύ καλά (γελάει). Έχουμε διατηρήσει τις φιλίες μας και φροντίζουμε να βρισκόμαστε συχνά. Μεταξύ μας υπάρχει αγάπη και δεν έχουμε αφήσει τίποτα να περνά απαρατήρητο. Η αγάπη υπάρχει, ακόμα και αν έχουμε αντίθετες απόψεις. Συμπαραστεκόμαστε ο ένας στον άλλον, όσο μπορούμε. Η πόλη ανέκαθεν είχε μια ευρυχωρία και αυτό έγινε εξαιτίας του Δημάρχου Καρύλλου, το άγαλμα του οποίου υπάρχει πάνω στην πλατεία. Αυτός επέβαλε ,τις πρασιές. να έχει δηλαδή, χώρο από μπροστά το σπίτι«. Όσοι και αν είναι οι πολίτες, πάντα υπάρχει χώρος και για άλλους.

Πηγή: nou-pou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here